Archive for Μαΐου 2009

Τα μπάρ(ζ)

Μαΐου 31, 2009

 

 Το κάτωθι κείμενο είναι του Κώστα Γεωργουσόπουλου απο τα χθεσινά «ΝΕΑ». Σας ορκίζομαι ότι τα παρεμβαλλόμενα σκίτσα (του Αντώνη Βαβαγιάννη, από τη σειρά του «Κουραφέλκυθρα») φτιάχτηκαν πρίν απ’ αυτό!

 

ΣΤΑ ΤΑΞΙΔΙΑ ΜΟΥ ΣΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ ΠΟΛΥ ΣΥΧΝΑ ΒΡΕΘΗΚΑ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΕ ΔΙΑΣΗΜΑ ΜΠΑΡ ΠΟΥ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥΣ ΚΑΙ Η ΜΟΝΑΔΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥΣ ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ ΣΕ ΔΙΑΣΗΜΟΥΣ ΕΠΙΣΗΣ ΘΑΜΩΝΕΣ ΠΟΥ ΣΥΧΝΑΖΑΝ ΕΚΕΙ

 Έχω ακούσει αφηγήσεις για τέτοιες εμμονές ή μύθους ή γιατί όχι πληροφορίες, για μοναδικούς μπάρμαν που γνώριζαν τα μυστικά των κοκτέιλ, έτσι ώστε οι μανιακοί της μπαρόβιας ιδεολογίας να ελκύονται από τη φήμη ή την εμπειρία να προτιμούν με τρόπο αποκλειστικό αυτούς τους σκοτεινούς, γοητευτικούς και συχνότατα αμαρτωλούς χώρους. Προσωπικά δεν έχω αισθανθεί ποτέ την ανάγκη να δρασκελίσω το κατώφλι ενός μπαρ. Δεν έχω δεχτεί ποτέ, έστω και περιστασιακά, πρόσκληση φίλου ή άλλου να συναντηθούμε σε μπαρ. Δεν είναι θέμα ούτε γούστου ούτε ιδεολογίας ούτε, βέβαια, ηθικής η άρνησή μου να προσχωρήσω σε μια συνήθεια που δεν μου τη γέννησε καμιά ανάγκη. Μεγάλωσα στην ελληνική επαρχία του Εμφυλίου και των πρώτων χρόνων μετά τον Εμφύλιο, όπου η έννοια του μπαρ ήταν άγνωστη αλλά και προκλητικά εχθρική.

aimilios1

 Οι Έλληνες του καφενέ, του «ουζερί», του ζαχαροπλαστείου έβλεπαν και κυρίως άκουγαν, καχύποπτα για τους μυστηριώδεις χώρους, ανδρικής τότε αποκλειστικής απομόνωσης, που τους είχαν μάθει από τα αστυνομικά φιλμ και περιοδικά ως αμερικάνικα, αγγλικά και λίγο γαλλικά στέκια. Στην επαρχία της δεκαετίας του ΄40-΄50 οι οικογενειακές έξοδοι ήταν στα λεγόμενα «Εξοχικά», υπαίθριες συνήθως ταβέρνες που προσέφεραν και αναψυκτικά για τα παιδιά και μεζέδες με ούζο ή μπίρα για τους μεγάλους. Τα βράδια, ιδιαίτερα τα Σαββατοκύριακα, στις πλατείες, όπου σε ειδικά υπερυψωμένα κράσπεδα παιάνιζε η φιλαρμονική του δήμου με διασκευές από δημοτικά τραγούδια, ελαφρολαϊκά και κάποια διάσημα ξένα βαλς, τάνγκο και σουίνγκ. Σερβίρονταν γλυκά, του κουταλιού ή του ταψιού, βυσσινάδες, γκαζόζες και ουζάκι με χταποδάκι, μαριδάκι, τυράκι και ελίτσες (έτσι όλα υποκοριστικά).

aimilios2

Μεγαλωμένος σ΄ αυτό το κλίμα και όταν κατέβηκα για σπουδές στην Αθήνα, δεν είχα ούτε την ανάγκη ούτε μου γεννήθηκε η περιέργεια να επισκεφτώ τα λίγα, εξάλλου, μπαρ της Αθήνας, όπου έως τουλάχιστον τη δεκαετία του ΄70 ήταν και μετρημένα και προορίζονταν για άντρες της μεγάλης κοινωνίας ή διανοούμενους με συνήθειες ευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων. Αλλά και όταν αρκετά μεγάλος πια γνώρισα και διανοούμενους και καλλιτέχνες, κανένας συστηματικά δεν σύχναζε σε μπαρ. Η διασημότερη πάντως καλλιτεχνική παρέα της Αθήνας, του Χατζιδάκι, του Γκάτσου, του Ελύτη, του Λιγνάδη αλλά και του Καρούζου, του Λίκου, του Γονατά, του Κακναβάτου, του Εμπειρίκου, του Βαλαωρίτη, του Ζιώγα, της Αραβαντινού, της Μάτσης Χατζηανδρέου, «συνεδρίαζε» δημόσια και στο φως σε ιδιότυπες καφετέριες, ζαχαροπλαστεία ενώ οι παλιότεροι, ο Ροντήρης, ο Κλώνης, ο Φωκάς, ο Κόντογλου γεύονταν τα μεζεδάκια και το ούζο του Παλιού «Απότσου» στην Ακαδημίας. Τα μπαρ γίνονταν επίκεντρο ενδιαφέροντος και της ειδησεογραφίας όταν παρεπιδημούσαν ναύτες του έκτου Στόλου και ιδιαίτερα στα στενά δρομάκια της πειραϊκής Τρούμπας.

aimilios3

Τα τελευταία όμως χρόνια το ξενόφερτο μπαρ έχει πολιτογραφηθεί και στην ελληνική πλέον ζωή αλλά και στην ποίηση και την πεζογραφία. Δεν είναι μόνο η μόδα και ο γνωστός νεοελληνικός μαϊμουδισμός. Η ζωή μας έχει αλλάξει, οι παρέες, οι συντεχνίες και τα επετειακά γλέντια ξέφτισαν και η μοναξιά, η κατάθλιψη, ο απομονωτισμός, ο κοινωνικός αυτισμός, η ερωτική απελπισία, οι μικρές ή οι μεγάλες προδοσίες της φιλίας και της συντροφικότητας ωθούν τους ανθρώπους, τώρα άντρες και γυναίκες, στις νέες κατακόμβες, όπου καταφεύγουν όπως οι αρχαίοι χριστιανοί κυνηγημένοι. Ακόμη και με τα μεσαιωνικά μοναστήρια μοιάζουν τα σύγχρονα μπαρ. Τότε σ΄ αυτά κατέφευγαν οι άνθρωποι για να ξεφύγουν την μήνιν των αρχόντων ή να γλιτώσουν από τη στρατολόγηση. Εκεί στα μοναστήρια, στη μόνωση, εύρισκαν και έναν εξομολόγο γέροντα και ξαλάφρωναν από τις μέριμνες ή τις φοβίες της βιοτής. Τώρα στα σκοτεινά μπαρ, άντρες και γυναίκες, λίγα μέτρα μακριά από τη χλαλοή της πόλης, στη μοναξιά του σκαμπό αφήνουν τον ποτισμένο από αλκοόλ εαυτό τους να εξομολογηθεί στον σύγχρονο- «γέροντα», εξομολόγο του, μπάρμαν, εκπαιδευμένο να ακούει, να κατανοεί, να συγχωρεί, και συχνά, διακριτικά, να συμβουλεύει. Ο μπαρόβιος μπροστά σ΄ ένα σκληρό ποτό με τα μάτια απλανή κοιτώντας προς την ποικίλη έκθεση των γεμάτων φιαλών που καλύπτουν το βάθος του μπαρ περιμένει συχνά το μηδέν, αραιά και πού μιαν αδελφή ψυχή που θα ακούσει και θα κατανοήσει, θα ανοιχτεί και θα δεχτεί την απελπισία σου στη δική της απελπισία. Έτσι κι όταν οι αδελφές ψυχές γίνουν τρεις και πέντε ενώνουν τη μοναξιά τους σε μια μεγάλη, απέραντη μοναξιά. Δεν είναι, βέβαια, λίγες οι περιπτώσεις που μέσα στη μυστική αυτή συνωμοσία της μοναξιάς ύπουλα διεισδύει η γοητεία, η ελπίδα και η υπόσχεση των νηπενθών ουσιών. Υπνοφόρες ρίζες, ναρκωτικά φάρμακα, καταπότια ψευδαίσθησης και βοτάνια λησμονιάς. Είναι η τραγική συνέπεια και συνέχεια της παραίτησης από το ζην. Προς Θεού δεν είναι ούτε πολλοί ούτε οι πλέον εκλεκτοί όσοι προσχωρούν στη θρησκεία της αμνησίας. Όμως τα μπαρ κι όχι πάντα τα ορθόδοξα και συνεπή στη μακροχρόνια παράδοσή τους, είναι στις μέρες μας ένας προθάλαμος, ένας χώρος κατηχουμένων στον ναό των αιρετικών λύσεων και της αναίρεσης του βίου ως αγώνα.

aimilios5

Μαΐου 12, 2009

afisa stafili2

 

MOUSEIO OINOU

Γουρουνιές

Μαΐου 4, 2009

pigs

…Επιτέλους, το δημοσίευμα που περίμενα. Εν μέσω πολυσέλιδων τρομορεπορτάζ για το Μαύρο Γουρουνο-θάνατο που «έρχεται, πλησιάζει, ΗΡΘΕ, ΘΑ ΜΑΣ ΦΑΕΙ, ΣΩΣΤΕ ΤΑ ΓΥΝΑΙΚΟΠΑΙΔΑ, ΠΑΡΤΕ ΤΑ ΒΟΥΝΑ», ο «Ιός της Κυριακής» σκάλισε ως όφειλε τα αρχεία και βρήκε πότε, πως, και γιατί στο παρελθόν είχε επαναληφθεί η ίδια ιστορία:

http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=40411